χαρτέμπορος


χαρτέμπορος
ο, Ν
έμπορος χαρτιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαρτί + έμπορος. Η λ. μαρτυρείται από το 1893 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • χαρτέμπορος — ο ο έμπορος χαρτιού, αυτός που ασχολείται με το χαρτεμπόριο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έμπορος — Το άτομο που, με στόχο το κέρδος, αγοράζει και πουλάει φυσικά ή τεχνητά προϊόντα. Στην αρχαιότητα έ. ονομαζόταν εκείνος που μετέφερε προϊόντα της εργασίας του στην πόλη για να τα πουλήσει. Αντίθετα, όσοι μεταπωλούσαν είδη στην αγορά ονομάζονταν… …   Dictionary of Greek

  • χαρτεμπορικός — ή, ό, Ν [χαρτέμπορος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χαρτέμπορο ή στο χαρτεμπόριο …   Dictionary of Greek

  • χαρτεμπόριο — και παλ. γρφ χαρτεμπορείο, το, Ν το εμπόριο χαρτιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαρτί + εμπόριο. Ο τ. χαρτεμπόριον μαρτυρείται από το 1885 στην εφημερίδα Ακρόπολις, ενώ ο τ. χαρτεμπορεῖον (< χαρτέμπορος) από το 1894 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.